...






...και τώρα που γιατρεύτηκα, μήπως είμαι βαρετή;















ένα μετά το τέλος


Κοιμάμαι χωρίς να φοβάμαι γιατί ξέρω πως θα ξυπνήσω και θα είσαι εκεί, μαγειρεύω και βάζω μέσα όλη μου την αγάπη, μια μέρα μέσα μου θα φυτρώσει ένας σπόρος, θα ξυπνήσουμε και θα ‘μαστε τρεις ή μάλλον πέντε, φτιάχνω limoncelo, φτιάχνεις μελιτζανοσαλάτα με σκόρδο, ένα μακρινό πρωί θα τινάξω τα μαλλιά μου και μέσα από τις μπούκλες θα πηδήξει η αγάπη μας, δυνατή κι ανταριασμένη και ίσως λίγο γερασμένη, σαν τα γερόντια στο παγκάκι του πάρκου που τρώνε πασατέμπο και ταΐζουν ψιχουλάκια τα πουλιά, θα μου κρατάς το χέρι στα σκαλιά και θα σου φέρνω το πιάτο στο τραπέζι, θα σε λούζω και θα μου τρίβεις τις πατούσες, θα κοιτάμε παλιές φωτογραφίες, οι δυο μας να κόβουμε την τούρτα και να μου δίνεις το δάχτυλο να γλύψω, αγάπη μου, αυτό που άλλοι λεν’ ρουτίνα, εγώ το λέω πια λιμάνι.

Τέλος

The SleeveFace Challenge

Αν και δεν έχω προσωπική συλλογή από βινύλιο, μπήκα στον πειρασμό να ακολουθήσω το μπλογκοπαίχνιδο με το sleeveface challenge που ξεκίνησε ο tertuliano. Σάββατο βράδυ λοιπόν στο σπίτι του φίλου μου, χώθηκα μέσα στα LP προσπαθώντας να βρω μερικά ενδιαφέροντα εξώφυλλα. Οι περισσότεροι δίσκοι της συλλογής αγοράστηκαν μεταχειρισμένοι από το Μοναστηράκι, όπου ο καλός μου και οι μεγαλύτεροι αδερφοί του κατέβαιναν αποκλειστικά για αγορά βινυλίων.


Supertramp – Indelibly Stamped



Juicy Lucy – Lie Back & Enjoy It



The Rolling Stones – Sticky Fingers



The Doors – Classics



Gloria Estefan – Abriendo Puertas



Κάνω πάσα σε axenbax, nada, nahames nakanamoko, kafouroutso, έρωτα στομάχη, purple clementine, candyblue, archive και σε όποιον άλλον θέλει να παίξει.

εξομολόγηση



Από τότε που με θυμάμαι, πάντα κάτι μου έλειπε. Θυμάμαι να μου λείπει ο πατέρας μου που γύριζε πάντα κατά τις 10 κι ήταν συνέχεια κουρασμένος. Θυμάμαι να πηγαίνουμε βόλτα, να προσπαθώ να του πιάσω το χέρι κι εκείνος σκληρά να με χτυπά στο πάνω μέρος της παλάμης λέγοντάς μου ότι πρέπει να μεγαλώσω και να μάθω να διασχίζω το δρόμο μόνη. Θυμάμαι να μη με παίρνει αγκαλιά και να μη με χορεύει στα γόνατα, γιατί είμαι μεγάλη πια και δεν πρέπει. Θυμάμαι να τον περιμένω να γυρίσει απ’ τη δουλειά να με βοηθήσει στις ασκήσεις φυσικής και να νυστάζω. Δεν τον θυμάμαι να γελάει συχνά. Θυμάμαι τη μαμά συνέχεια στην κουζίνα. Τη θυμάμαι με τα ρούχα του σπιτιού να μαγειρεύει. Τη θυμάμαι όταν βγαίνανε με τον μπαμπά να φορά γαλάζια σκιά και ρίμελ στις βλεφαρίδες. Θυμάμαι στο μάγουλο μια ελιά και μια στο στήθος δεξιά. Όμορφη, μα καταπιεσμένη. Τη θυμάμαι να μην έχει δική της γνώμη και να είναι πάντα ένα βήμα πίσω απ' τον μπαμπά. Θυμάμαι που ορκίστηκα ποτέ να μη γίνω σαν εκείνη. Θυμάμαι που με κοίταζε και με θαύμαζε κρυφά σαν έβγαινα τα πρώτα ραντεβού, θυμάμαι που ο μπαμπάς δε μου ‘κανε ποτέ ένα κομπλιμέντο κι ας ήμουν σαν κούκλα πορσελάνινη στα 17. Θυμάμαι τον πρώτο άντρα που αγάπησα να μοιάζει στον μπαμπά. Θυμάμαι να θέλω εκείνος να τον εγκρίνει. Θυμάμαι που με πιέζανε να παντρευτώ, θυμάμαι που με στηρίξανε στο διαζύγιο. Θυμάμαι που κρυφάκουσα τον μπαμπά να λέει πως είμαι δυνατή και πως τα βγάζω πέρα στα δύσκολα, ό,τι κι αν γίνει. Θυμάμαι πως έκλαψα και πως εξοργίστηκα. Θυμάμαι πως τον κατάλαβα και τον δικαιολόγησα μετά. Θυμάμαι πως πάντα ανησυχούσε για τον αδερφό μου περισσότερο και πως για μένα πίστευε πως είχα βρει το δρόμο μου. Δεν ξέρω αν πραγματικά τον βρήκα, χάνομαι ακόμα στις στροφές, μα πάντα επιστρέφω. Θυμάμαι να ξεχνώ πάντα τα λάθη μου και να μη μαθαίνω απ’ αυτά. Θυμάμαι πως έχω καιρό να γράψω για μένα.


Πες μου...



Τι είναι χειρότερο; Να μην έχεις τίποτα
ή να τα έχεις όλα και να μην αρκεί;



Εν όψει εκλογών




Ορίστε! Το γράφει και στο άρθρο καθαρά.
Είναι επικίνδυνο. Άρα δεν ψηφίζω!



Ένας χρόνος Curiosity


Photo by miss_pupik

Τελικά δεν ξέρω κατά πόσο η περιέργεια σκότωσε την εφτάψυχη γάτα, πάντως σίγουρα την κούρασε. Πάει ένας χρόνος ακριβώς από τότε που ξεκίνησε αυτό το blog εντελώς πειραματικά, μετά από παρότρυνση ενός φίλου. Η αλήθεια είναι ότι το διασκέδασα πολύ. Ανακάλυψα ότι μπορώ να γράφω και να εκφράζω συναισθήματα, αν και πολλές φορές -ποιητική αδεία- το παράκανα λίγο. Διαπίστωσα ότι μέσω blogs μπορείς να γνωρίσεις κόσμο και μάλιστα αξιόλογα άτομα, με κάποια από τα οποία θα ήθελες να κρατήσεις επαφή ή ακόμα και ν’ αναπτύξεις δεσμούς φιλίας. Το blog αυτό μου έκανε παρέα σε στιγμές μοναξιάς και με βοήθησε να κλείσω τις πληγές μου. Κατά κάποιο τρόπο του οφείλω ευγνωμοσύνη και μου είναι πολύτιμο. Δεν ξέρω αν θέλω να το συνεχίσω, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει πλέον χρόνος, ίσως ούτε και διάθεση.

Πέρσι τέτοιον καιρό ξεκίνησα γράφοντας το πρώτο μου post (το οποίο έμελε να αυτοκαταστραφεί) αναφερόμενη στο τότε καινούριο μου σχολείο. Ξεκίνησα με ενθουσιασμό και υπέρμετρο ζήλο την περασμένη σχολική χρονιά, για να καταλήξω δυστυχώς σε μιζέρια, απογοήτευση και απαισιοδοξία. Γιατί το συγκεκριμένο σχολικό περιβάλλον ήταν σάπιο. Αντί να με γεμίζει χαρά και να μου δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίσω, με αποδυνάμωνε συνεχώς και με αποθάρρυνε κάθε μέρα που περνούσε. Ευτυχώς ο καιρός περνάει γρήγορα κι έτσι ο φετινός Σεπτέμβριος με βρήκε σε νέο σχολείο, με νέο κόσμο, ανανεωμένη και με πολύ καλή διάθεση. Ελπίζω σε μια νέα αρχή κι εύχομαι σε μαθητές κι εκπαιδευτικούς καλή σχολική χρονιά. Ίσως να τα ξαναπούμε, ίσως όχι. Ο καιρός θα δείξει. Εξάλλου εμείς οι γάτες αλλάζουμε πολύ συχνά διάθεση.


;-)

καλοκαιριού τέλος

Γέρνω να ξεκουραστώ στην μπλε-πορτοκαλί αιώρα που έχουμε κρεμάσει στο μπαλκόνι και σφαλίζω τα μάτια να μη δραπετεύσουν τα όνειρα. Το καλοκαίρι έφυγε τόσο γρήγορα που ήταν σαν να κράτησε μόνο μια μέρα. Έχει μείνει να το θυμίζει μονάχα μυρωδιά από αγιόκλημα, φωτογραφίες γεμάτες χρώμα θαλασσί κι ηλιοκαμμένη επιδερμίδα που σιγά σιγά θα ξεφλουδίσει αφήνοντας άχαρα σημάδια. Σε λίγο τα μπράτσα θα καλυφθούν από μανίκια. Τρέχουν οι εικόνες κι οι στιγμές και τρέχω κι εγώ για να τις φτάσω. Βιάζομαι μου λες να φέρω το φθινόπωρο πριν την ώρα του. Μα δεν το ξέρεις πως φθινοπωριάζω πάντα την πρώτη μέρα στη δουλειά; Εγώ ζω μόνο για τα καλοκαίρια. Χαζεύω για λίγο ακόμα τη βεράντα μου. Τώρα υπάρχει πράσινο, υπάρχει ζωή. Υπάρχουν κεριά, μουσική και κουβέντα τα βράδια. Με νανουρίζει το θρόισμα των φύλλων κι ο ήχος μιας ονειροπαγίδας που μοιάζει μ’ ενυδρείο. Πιο πέρα ξεμουδιάζει τα φτερά του στον άνεμο ένα κόκκινο πουλί. Κι αυτά μαζί τα κρεμάσαμε και μαζί τα χαιρόμαστε. Ξεκινάει περίοδος αλλαγών. Σε μια προσπάθεια να διώξω κάθε τι αρνητικό σ’ αυτό το σπίτι, βάφω τοίχους...


η επιστροφή

Photo by RoseKate


Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κάθησα να γράψω. Όχι επειδή δεν είχα κάτι να πω - κάθε άλλο! Έχω πολλά να σου διηγηθώ... για μέρες και για νύχτες αξημέρωτες, για στεριές και θάλασσες, για ταξίδια ποτισμένα ξάστερους ουρανούς, για διαδρομές ριψοκίνδυνες πάνω σε 2 ρόδες και γι αγκαλιές ασφαλείας. Όμως προτιμώ να τα κρατήσω μόνο για μένα, έτσι απλά γιατί... κι εγώ δεν ξέρω. Δεν νιώθω πια την ανάγκη να τα βγάλω προς τα έξω. Ίσως να φταίει που αυτό το καλοκαίρι το μοιράστηκα με κάποιον και τις εικόνες αυτές που γέμισαν τα μάτια και την καρδιά μου δεν θέλω να τις σκορπίσω. Ας μείνουν μόνο για δυο. Αρκετά κομματιάστηκα έναν ολόκληρο χειμώνα. Τώρα τα θέλω όλα δικά μου, κρατημένα μέσα μου σαν πολύτιμα μυστικά. Κάθε που εκείνος φεύγει για λίγο, ανοίγω το κουτάκι με τις στιγμές μας και κρυφοκοιτώ. Είναι όλα εκεί και με περιμένουν. Χαμογελάω κι είναι αρκετό. Επιτέλους!

Λαϊκές ρήσεις








Έναρξη τον Σεπτέμβριο


Photo by Phoeebs

Κλειστόν λόγω θέρους


Εις μνήμην


Φωτογραφία του Γιώργου Τσελίκα

Η φήμη του προηγούταν του ονόματός του. Είχα ακούσει τόσα πολλά γι αυτόν πριν τον γνωρίσω, ώστε την πρώτη φορά που τον συνάντησα δε μου γέμισε και πολύ το μάτι. Όμως κάθε φορά που τον ξανάβλεπα, είχε κάτι καινούριο να μου πει ή να μου δείξει. Πληθωρικός χαρακτήρας, εντελώς αυθόρμητος, με τρέλα μικρού παιδιού και μ' ένα πλατύ χαμόγελο σχεδόν πάντα στο πρόσωπό του, δεν μπορούσε παρά να γίνει αγαπητός σε όποιον τον συναναστρεφόταν.

Δεν θα ξεχάσω τα λόγια του όταν έκανα φουσκώματα στο γήπεδο στον Προφήτη: "Τι κάθεσαι και παιδεύεσαι;" μου είπε γελώντας. "Τα αλεξίπτωτα δεν είναι για το έδαφος, είναι για τον αέρα. Έλα να πάμε πάνω να σε απογειώσω και τα υπόλοιπα θα τα μάθεις στην πορεία."

Δεν θα ξεχάσω το ταξίδι μας προς την Αμφίκλεια εκείνον τον Μάιο. Σε όλη τη διαδρομή είπαμε τόσα πολλά... κι όμως ούτε στιγμή δε με κούρασε η φλυαρία του. Μιλήσαμε για κινηματογράφο, για μουσική, για τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Τον απασχολούσε αν θα έβρισκε ποτέ το άλλο του μισό, αναρωτιόταν αν υπήρχε μια γυναίκα κάπου στον κόσμο φτιαγμένη μόνο γι αυτόν. Μου εκμυστηρεύτηκε πως επιθυμούσε να είχε κάνει ένα παιδί.

Δεν θα ξεχάσω τη χαρά του μια Κυριακή για την διθέσια πτήση των 47 χλμ. με την Κορίνα προς την Καστοριά. Κερνούσε μπύρες και γελούσαν και τα μουστάκια του. Έτσι χαρούμενο θα τον θυμάμαι πάντα.

"Γεια χαρά" μας είπε φεύγοντας. "Θα τα πούμε στη Βουλγαρία τον Αύγουστο".

Ο Γιώργος Τσελίκας σκοτώθηκε στις 25 Ιουλίου 2004 σε ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο στο Sopot της Βουλγαρίας. Πάνε κιόλας τρία χρόνια...





* Φωτογραφίες του Γιώργου: Η ζωγραφική τ' ουρανού & Πανοράματα νεφών



αστροφεγγιά

Ώρα ενδεκάτη βραδινή κι είμαι συνεπιβάτης σε μια μηχανή. Ο αέρας ψυχρός σαν να μην είναι καλοκαίρι. Παρόλο που φοράω τζην μπουφάν, νιώθω στο στέρνο μια μικρή ανατριχίλα. Κρατιέμαι από τα πλάγια της σχάρας και προσπαθώ να είμαι χαλαρή για ν’ απολαύσω τη διαδρομή. Η αλήθεια είναι πως στις στροφές φοβάμαι λίγο. Η άσφαλτος φαντάζει τρομακτική στο σκοτάδι, δεν έχει κίνηση και τα μάτια μου έχουν καρφωθεί στη λευκή λωρίδα του δρόμου και στους προβολείς της μηχανής. Ο μόνος ήχος είναι αυτός του κινητήρα. Μου λείπει η μουσική. Προσπαθώ να ξεχαστώ αναπολώντας τη μέρα που πέρασε έχοντας ακόμα το κάψιμο του ήλιου στο δέρμα. Σ’ ένα σημείο του δρόμου τα δέντρα έχουν αραιώσει στα δεξιά. Βρίσκω ευκαιρία να χαζέψω τη θέα μακριά. Στο βάθος το λιμανάκι του Νέου Μαρμαρά καταφώτιστο. Το φεγγάρι μια φέτα ρίχνει το φως του στα μαύρα νερά. Δευτερόλεπτα μόνο, μια εικόνα μαγική, μετά πάλι δέντρα. Ανοίγω λίγο το τζαμάκι του κράνους και εισπνέω τον αέρα. Τα ρουθούνια μου χτυπάει μια έντονη μυρωδιά πεύκου. Όλες οι αισθήσεις μου είναι οξυμένες. Μην έχοντας αλλού να κοιτάξω, σηκώνω το κεφάλι ψηλά και σαστίζω. Αστροφεγγιά. Και μένω έτσι ώρα πολλή με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω να χαζεύω τους αστερισμούς. Εύχομαι αυτή η διαδρομή να είναι ατελείωτη. Πριν καν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, έχουμε φτάσει στον προορισμό μας. Πες μου, γιατί όλα τα ωραία κρατάνε πάντα τόσο λίγο;



Photo by anaid4b

kevlar



"Καινούριο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω"

μπλε-πορτοκαλί


Photo by annejulie

Ώρα πρωινή. Ο ήλιος ίσα που χαϊδεύει την πολυθρόνα στη βεράντα μου. Σε λίγες μόνο ώρες θα τη μισεί τόσο που θα θέλει να την κάψει. Ένας καφές με συντροφεύει. Μέτριος χωρίς -σαν κι εμένα- με κίτρινο καλαμάκι. Κίτρινο σήμερα, κόκκινο αύριο, μπλε, πράσινο, μωβ την επομένη, κάθε μέρα κι ένα διαφορετικό ανάλογα με τη διάθεση. Κι αυτός ακόμα ο γαμημένος ο καφές έχει υποστεί συμβιβασμούς με την πάροδο του χρόνου. Πρώτη μέρα εδώ και καιρό που ξύπνησα νωρίς χωρίς να έχω τίποτα να κάνω. Έχω ακόμα την πολυτέλεια αυτή. Εδώ που μένω με ξυπνάνε τα πουλιά. Πες μου, θα ‘πρεπε να χαίρομαι γι αυτό; Έχει κανένα νόημα που κάτι θέλουν να μου πουν μα δεν καταλαβαίνω; Χθες μου έκαναν δώρο μια αιώρα. Μπλε-πορτοκαλί. Ποιος είπε πως αυτά τα δύο δεν ταιριάζουν; Κι αν δεν ταιριάζουν, γιατί είναι μαζί; Θα την κρεμάσω στο μπαλκόνι και θα αιωρούμαι τα βράδια. Μαζί σου ή χώρια. Προτιμώ χώρια. Σήμερα θέλω να σου μαγειρέψω. Να βάλω μες στο φαγητό όλη μου την τέχνη. Και χρώμα πολύ σαν πίνακας ζωγραφικής να μοιάζει. Να βάλω φίλτρα μαγικά κι αφού το φας, να έχεις γίνει όπως ακριβώς σε θέλω. Λίγο πιο ψηλός, λίγο πιο σκληρός, λίγο πιο πολύ απ’ όλα. Λίγο μόνο. Κι ύστερα θα φάω απ’ αυτό κι εγώ και θα γίνω όπως με θέλεις. Κι έπειτα θα βρούμε ένα διαμέρισμα στο κέντρο και θα μοιράσουμε τις αποστάσεις. Θα έχει και πάρκινκ. Θα ξυπνάμε το πρωί να πάμε στη δουλειά και θα γυρίζουμε κι οι δυο το μεσημέρι. Θα τρώμε φαγητό που θα έχουμε ετοιμάσει από την προηγούμενη και τα βράδια θα βλέπουμε ταινίες μετά το γυμναστήριο. Παρασκευή βράδυ σινεμά για αλλαγή. Θα πηγαίνουμε εκδρομές τα Σαββατοκύριακα και θα λέμε στους φίλους μας τι ωραία που περάσαμε και θα τους δείχνουμε φωτογραφίες. Και στο χρόνο πάνω θα σ’ έχω βαρεθεί και δεν θα με αντέχεις. Σε παρακαλώ, πες μου πως δεν έχω ξυπνήσει ακόμα, πες μου πως κοιμάμαι και βλέπω ένα άσχημο όνειρο. Τρομαγμένη, κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Πού χάθηκε η λάμψη που είχα στο βλέμμα;

παραλήρημα


Photo by gorjuss

ένα μπουκάλι μπύρα και ζέστη αφόρητη, ήχος από ανεμιστήρα οροφής και σχέδια για το σαββατοκύριακο, ρούχα που δεν τσαλακώνουν κι ένα sleeping bag καλοκαιρινό, ελπίδες ιδρωμένες, φωτογραφίες από εκδρομές που ξεθώριασαν και πόσο θα ‘θελα να τις έχω ζήσει μαζί με κάποιον άλλον, νοτισμένα μαλλιά που ξεβάφουν στο μαξιλάρι σαν κραγιόν στο πουκάμισο, θα πάω εκεί που δε με ξέρει κανείς παρέα με άτομα που δε γνωρίζω, θα χαθώ, θα χαθώ, θα χαθώ, θα χορέψω, θα τραγουδήσω, θα μεθύσω, άδεια καρδιά μα τα μάτια γεμάτα, η αγκαλιά γεμάτη κι αυτή, το μυαλό να θέλει να ξεχάσει, πόσο θα ήθελα να μπορώ να σ’ αγαπήσω, κάτι με κρατάει, συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη, θέλω να περνάω καλά, είμαι αυτή που δείχνω μα συγχρόνως είμαι και κάποια άλλη, δεν κρύβομαι απλά είμαι μπερδεμένη - όχι διχασμένη, είμαστε το παρελθόν μας και οι επιλογές μας, δεν μπορώ να τα διαγράψω όλα αυτά, μείνε πλάι μου όσο αντέξεις, δεν είμαι κακιά, θέλω να βουτήξω στη θάλασσα και να μην ξαναβγώ στην επιφάνεια, θέλω να με ταξιδέψεις, μια βάρκα γίνε χωρίς κουπιά, δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο μα σίγουρα δε θέλω να είμαι μόνη, χρώματα, ήχοι, βλέμματα, καυτός ήλιος, παγωτό στο κορμί, ηδονή που στάζει και κολλάει στα σεντόνια, όσα δε γνώρισα κι όσα δε θα προλάβω, τα θέλω όλα απόψε, γίνεται; τάξε μου!


Cize



Ασυνήθιστα αργοπορημένη και βιαστική, δένω πάνω μου μια φούστα τσιγγάνικη και σανδάλια με κορδέλες και πέτρες σε μια προσπάθεια να εγκλιματιστώ, παλεύω να συγκρατήσω πρόχειρα τα μαλλιά με δυο τσιμπιδάκια κι αφού –γεμάτη ανασφάλεια- αποσπώ ένα κοπλιμέντο, καβαλάω τη μηχανή και ξεκινάμε. Με την αγωνία έφηβης που πάει πρώτη φορά σε συναυλία, μόλις και μετά βίας καταφέρνω να κρύψω εκείνο το πονηρό χαμόγελο, σαν παιδί που έχει κάνει σκανταλιά και την έχει σκαπουλάρει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά γυρνώντας απ’ τη Σύρο μόνον αυτή τη διάθεση έχω. Και μ’ αρέσει!

Πλησιάζοντας βλέπουμε το πλήθος να ανηφορίζει. Εισιτήρια δεν έχουμε, ευτυχώς υπάρχουν ακόμη. Το Θέατρο Δάσους σχεδόν γεμάτο. Πολύς νέος κόσμος, ρομαντική ατμόσφαιρα, όμως θα προτιμούσα να έχει φεγγάρι. Δεν προλαβαίνω να πιω τη μπύρα μου κι η ξυπόλυτη ντίβα ανεβαίνει στη σκηνή. Ξεκινάει γλυκά, νωχελικά, το ακροατήριο αρχικά συγκρατημένο. Η μελωδία με παρασέρνει. Κόκκινα τσουλούφια απ΄τα μαλλιά μου θέλουν να λικνιστούν στους ώμους μου, να με χαϊδέψουν και να με ξεσηκώσουν. Νιώθω ένα χέρι στη μέση μου ζεστό. Τι κρίμα που δεν ξέρω τους στίχους. Πολύ ερωτική γλώσσα.

«Πάμε Πορτογαλλία τα Χριστούγεννα;»
«Πάμε!»

Η ώρα περνάει γρήγορα. Ένα ορχηστρικό για να ξεκουραστεί η Cize και να κάνει ένα τσιγάρο. Η φωνή της αναλλοίωτη, το σώμα της βαρύ, μα το χαμόγελο πάντα εκεί, το πρόσωπο γλυκά μελαγχολικό, να πώς μπορεί μια γυναίκα να είναι όμορφη στα 66! Νέα παιδιά έχουν συγκεντρωθεί στα πλάγια της σκηνής, δειλά, διστακτικά, κουνιούνται στο ρυθμό. Εκείνη με τα χέρια ανοιχτά τα προσκαλεί να πλησιάσουν, τους δείχνει τον ελεύθερο χώρο μπροστά της, "σπάζοντας" τη μέση της μας προτρέπει να χορέψουμε μαζί της. Μερικά κορίτσια τολμούν, κάνουν την αρχή και σιγά σιγά πλήθος από τις κερκίδες σηκώνεται και κατεβαίνει κοντά της. Χρωματιστά μπλουζάκια χορεύουνε, από ψηλά μοιάζουν με κινούμενο κομφετί. Το κέφι έχει ανάψει για τα καλά.

Με την άκρη του ματιού μου πιάνω ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει τη σκηνή από δεξιά. Αντιλαμβάνομαι πως η συναυλία σύντομα τελειώνει. Γαμώτο, όχι από τώρα, όχι ακόμα! Θέλω κι άλλο, όλοι θέλουν κι άλλο. Κάτι λέει στα πορτογαλλέζικα, κυρτώνει τους ώμους υπονοώντας πως είναι γριά. Γελάμε και χειροκροτάμε. Δε χαλάει χατίρι. Δυο τραγούδια ακόμα πριν το τέλος. Sangue de Beirona λικνίζοντας τους γοφούς και Besame Mucho σχεδόν βουρκωμένη. Adieu και φιλιά στον αέρα.

Κατηφορίζουμε ανάλαφρα αργά ενώ μας ακολουθεί μυρωδιά από ψημένο καλαμπόκι. Με μια βότκα στο μπαλκόνι θα κλείσει ακόμα πιο όμορφα η βραδιά. Σ’ ευχαριστώ που ήσουν εκεί μαζί μου. Καληνύχτα.

Σύρος



Κάθομαι μόνη στο μπαλκόνι κι αγναντεύω τη θέα στο λιμάνι. Παίρνω χαρτί και στυλό κι όπου με βγάλει. Τρεις μέρες τώρα έχουμε φάει την Ερμούπολη με το κουτάλι. Το χρώμα αυτό το νησιώτικο και κοσμοπολίτικο συνάμα πολύ μου έχει λείψει. Το μέρος ίδιο κι απαράλλαχτο όπως το άφησα πριν 15 χρόνια, μόνο που αυτή τη φορά με συνοδεύουν γνώριμα πρόσωπα στα τσιπουράδικα και στα μπαράκια της πλατείας. Ρυθμοί χαλαροί, ράθυμοι, οι γυναίκες στυλάτες κι απλές, χωρίς ίχνος επιτήδευσης.

Από χθες έχουμε μαζί μας ένα κουτάβι. Το βρήκαμε παρατημένο το πρωί κι η Α θέλησε να το υιοθετήσει. Είναι ένα μαύρο λυκάκι και το βαφτίσαμε Σύρα.

Τρώω πολύ, πίνω περισσότερο και κοιμάμαι ατελείωτα. Η απόλυτη χαλάρωση. Περνάω όμορφα. Σχεδιάζουμε ημερήσιες εκδρομές σε Μύκονο, Αμοργό και Κύθνο. Με παρηγορεί και μ’ ανακουφίζει η σκέψη πως πίσω υπάρχει κάποιος που με σκέφτεται κι ανυπομονεί να γυρίσω. Είχα καιρό να λείψω σε κάποιον. Πάει καιρός από τότε που δεν άντεχα να περάσω μόνη το βράδυ στο μπαλκόνι παρέα με τις σκέψεις μου. Μα τώρα δες, το επιδιώκω. Κι ας πεθύμησα τη μυρωδιά του και το βάρος του κορμιού του πλάι μου. Τον ξέρω λίγο μόνο, γι αυτό και δε βιάζομαι να γυρίσω. Λίγες μέρες ακόμη...

Χθες περπάτησα μέχρι την Άνω Χώρα. Φωτογράφισα σπίτια, σοκάκια και γάτες. Μίλησα με τις γυναίκες στα σκαλοπάτια και στις αυλές. Φιλόξενος κόσμος κι ευγενικός. Έφτασα ως την εκκλησία στην κορυφή, μπήκα μέσα και προσευχήθηκα. Είχα τρία χρόνια να προσευχηθώ, δεν είχα νιώσει μέχρι τώρα την ανάγκη. Όμως χθες θέλησα να πω ένα ευχαριστώ για όλα όσα έχω, σαν να ήμουν κατά κάποιο τρόπο ευλογημένη. Στην επιστροφή πήρα τα παπούτσια στο χέρι και κατηφόρισα ξυπόλυτη το σούρουπο.

Z




Είμαι γεμάτη από εικόνες. Εικόνες από θάλασσα και ήλιο. Και μυρωδιές από φύκια κι αλμύρα. Ιδρώτα γλυκό, φιλιά που δε στέγνωσαν ακόμα και μάτια που αλλάζουν χρώματα. Πήρα στη σκηνή μου έναν αστερία να μου λέει παραμύθια να κοιμάμαι, μα εκείνος άφησε την τελευταία του πνοή δίπλα στα δάχτυλά μου. Το πρωί τον έκλαψα και τον έθαψα στην άμμο. Μαζί του σκότωσα όσους δε με κατάλαβαν κι αμέσως με συγχώρεσα. Έχω αδειάσει από κόκκινο. Μέσα μου υπάρχουν ελάχιστες μόνο σταγόνες αίμα. Κι αυτές ακόμα πασχίζουν να το σκάσουν απ΄την τρύπα στην καρδιά που μέρα με τη μέρα κλείνει. Από φόβο μη χάσω τελείως το χρώμα μου, μάζεψα κρυφά την πορφύρα του ηλιοβασιλέματος και το βαθύ κόκκινο απ΄ όλα τα κεράσια του κόσμου, τα έβαλα στο μίξερ κι έλουσα μ’ αυτό τα μαλλιά μου. Έτσι θα μπορείς να με βρίσκεις όπου κι αν είμαι, γιατί θα φαίνομαι από μακριά. Θα είμαι μια άλικη κουκίδα στο χάρτη. Μα μη με ψάξεις ακόμα, δε θέλω τώρα να βρεθώ, να χαθώ για λίγο θέλω. Έχει άλλο φως η μέρα σήμερα και μ’ αρέσει που δε μου χαλάς χατίρι.